Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ μια πλούσια αντιπαράθεση στο περιοδικό New Left Review γύρω από την έννοια του πολιτικού καπιταλισμού με αφετηρία ένα άρθρο των Riley και Brenner και πιο πρόσφατη παρέμβαση αυτή του τεύχους Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2025, όπου οι συγγραφείς απαντούν σε ένα μέρος της κριτικής που δέχτηκαν στο αρχικό τους άρθρο[1]. Αν και η ανάλυση επικεντρώνεται κυρίως στις ΗΠΑ, οι προεκτάσεις της αφορούν ολόκληρο τον κόσμο. Η κεντρική ιδέα των Brenner-Riley μπορεί να συνοψιστεί σχετικά εύκολα:
- Μετά την κρίση του ’70, ο δυτικός καπιταλισμός δεν κατάφερε να επαναλάβει τις οικονομικές επιδόσεις των δεκαετιών του ’50 και ’60 σε όρους π.χ. ανάπτυξης, επενδύσεων και αύξησης της παραγωγικότητας.
- Η πίεση στην εργασία μετά την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε αυξανόμενες ανισότητες εισοδήματος και πλούτου, αλλά ακόμη και αυτό δεν στάθηκε ικανό να αντιστρέψει την πτώση του ποσοστού κέρδους που έγινε εμφανής στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και θεωρείται από τους συγγραφείς βασικός ερμηνευτικός δείκτης. Η ανάλυση, ακολουθώντας το πολυαναφερόμενο προγενέστερο έργο του Brenner[2], υποστηρίζει ότι μετά την μεταπολεμική άνθηση, ο ανταγωνισμός από χώρες όπως η Κορέα, η Ιαπωνία και τώρα η Κίνα, πίεσε το ποσοστό κέρδους προς τα κάτω. Αυτή η θέση δεν διαφέρει πολύ από τις πιο ορθόδοξες απόψεις, όπως αυτή που υποστηρίζει ο Lawrence Summers σχετικά με τη μακρά στασιμότητα.
- Για τους Riley-Brenner, οι κυβερνήσεις έχουν επιβάλει λιτότητα, αλλά δεν έχουν αφήσει τις υφέσεις να εκτροχιαστούν. Υπάρχει η βούληση να αποφευχθεί μια συστημική κρίση αλλά οι περιορισμένες υφέσεις δεν οδηγούν σε μια εκτεταμένη καταστροφή κεφαλαίου, η οποία θα επέτρεπε σε ένα νέο και πιο κερδοφόρο κεφάλαιο να οδηγήσει σε μια νέα περίοδο συσσώρευσης κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι “παλαιότερες” επιχειρήσεις παραμένουν σε λειτουργία, αλλά με περιορισμένη ικανότητα για επενδύσεις (επιχειρήσεις-ζόμπι).
- Τα χαμηλότερα ποσοστά κέρδους εξηγούν γιατί οι πλεονάζουσες αποταμιεύσεις αναζητούν αποδόσεις στη χρηματοπιστωτική σφαίρα ή γιατί, αντί να επενδύουν σε νέες τεχνολογίες, πολλές επιχειρήσεις εστιάζουν στις συγχωνεύσεις.
- Η δημοσιονομική πολιτική αδυνατεί να πυροδοτήσει την ανάπτυξη, καθώς η αύξηση της ζήτησης μπορεί σε μεγάλο βαθμό να καλυφθεί χωρίς την ανάγκη για νέες επενδύσεις. Παρεμβάσεις, όπως η ποσοτική χαλάρωση (QE), βοήθησαν κάπως στη στήριξη της ζήτησης, αλλά κυρίως επιδείνωσαν τις ανισότητες στον πλούτο.
- Περνώντας στην πολιτική, οι παραπάνω δυναμικές σημαίνουν ότι οι πολιτικές της σοσιαλδημοκρατίας είναι αναποτελεσματικές. Σε συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης και επενδύσεων οι λύσεις θετικού αθροίσματος, όπου και η εργατική τάξη και οι πλούσιοι αποκομίζουν οφέλη, απλώς δεν λειτουργούν.
- Σε έναν κόσμο χαμηλής ανάπτυξης, τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς αναγκάζονται να στηριχθούν σε κρατικές πολιτικές που αναδιανέμουν τους υπάρχοντες πόρους στην εκλογική τους βάση – η ποσοτική χαλάρωση, οι φοροαπαλλαγές, οι επενδυτικές επιδοτήσεις κλπ, δεν αποτελούν εξαίρεση. Οι Riley και Brenner γνωρίζουν καλά ότι το κράτος χρησιμοποιούνταν πάντα για τη μεταφορά πόρων μεταξύ τάξεων αλλά υποστηρίζουν ότι με χαμηλή ανάπτυξη αυτό καθίσταται πιο επιτακτικό. Γι’ αυτόν τον λόγο κάνουν λόγο για πολιτικό καπιταλισμό.
- Αυτή η διαδικασία έχει επίσης οδηγήσει σε σημαντικές πολιτικές ανακατατάξεις. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι Ρεπουμπλικάνοι απευθύνονται όλο και περισσότερο στη χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου λευκή εργατική τάξη – ένα προπύργιο των Δημοκρατικών μεταπολεμικά – ενώ οι Δημοκρατικοί διαθέτουν ισχυρή βάση στην πιο μορφωμένη εργατική τάξη και στους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα. Αυτή η ανακατάταξη έχει ισχυρή υλική βάση. Οι Ρεπουμπλικάνοι προσελκύουν μεγάλο αριθμό λιγότερο μορφωμένων εργαζομένων, είτε επειδή πολλοί βλέπουν τους εαυτούς τους ως ιδιοκτήτες ακινήτων παρά ως εργάτες, είτε επειδή φοβούνται την κοινωνική υποβάθμιση, είτε επειδή αισθάνονται ότι τα κοινωνικά επιδόματα καταλήγουν σε μειονοτικές ομάδες. Από την άλλη, οι μορφωμένοι εργαζόμενοι μπορεί να ψηφίζουν τους Δημοκρατικούς ελπίζοντας ότι αυτοί θα επεκτείνουν το κοινωνικό κράτος.
Αυτή η σύνοψη είναι πολύ σχηματική και τα περισσότερα από τα σημεία της αποτελούν αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Οποιαδήποτε βαθύτερη ανάλυση θα επεδίωκε να διερευνήσει τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στην Αμερική και διάφορες χώρες της Ευρώπης. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές ομοιότητες ώστε να συζητηθεί το θέμα εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου: παρόμοιες κακές επιδόσεις, μεγάλες ανισότητες, η άνοδος της ακροδεξιάς, οι χαλαροί δεσμοί που έχουν πολλοί ψηφοφόροι με τα παραδοσιακά τους κόμματα, η αδυναμία της Αριστεράς κλπ.
Ειδικότερα, θέλω να εστιάσω στο γεγονός ότι η επιστροφή σε μια ισχυρή ανάπτυξη φαίνεται άπιαστη για τις περισσότερες οικονομίες. Αυτή η κατάσταση μπορεί να είναι αποτέλεσμα δομικών δυνάμεων. Πέρα από το χαμηλό ποσοστό κέρδους, ενδέχεται (όπως ανέδειξε ο Baumol) η στροφή προς τις υπηρεσίες —οι οποίες έχουν μικρότερη ικανότητα αύξησης της παραγωγικότητας σε σχέση με τη βιομηχανία— να συνεπάγεται ότι η επιστροφή σε υψηλότερα επίπεδα ανάπτυξης και παραγωγικότητας δεν είναι εφικτή. Τέλος, δεδομένης της απειλής για το κλίμα, μια τέτοια επιστροφή μπορεί να μην είναι επιθυμητή.
Αυτό όμως που μοιάζει να είναι ξεκάθαρο είναι ότι η θέση της σοσιαλδημοκρατίας, ότι το κοινωνικό ζήτημα μπορεί να επιλυθεί μέσω της υψηλότερης ανάπτυξης, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα και ίσως αποτελεί την Αχίλλειο πτέρνα της σοσιαλδημοκρατίας και της Αριστεράς. Θα πρόσθετα ότι η υπόσχεση για επίλυση των προβλημάτων μέσω υψηλότερης ανάπτυξης δεν είναι πιστευτή από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Δεδομένου αυτού, όχι μόνο έχουμε σημαντικές πολιτικές ανακατατάξεις σε πολλές χώρες, αλλά αυτές φαίνεται ότι θα συνεχιστούν. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η κυβέρνηση των Εργατικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία κατέβηκε στις εκλογές του 2024 υποσχόμενη ταυτόχρονα υψηλότερη ανάπτυξη και δημοσιονομική σταθερότητα. Υποσχέθηκε να διατηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης στέλνοντας ηχηρά μηνύματα ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ενώ η φορολόγηση των πλουσίων βρισκόταν εκτός ατζέντας. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, η υποσχόμενη ανάπτυξη δεν έχει υλοποιηθεί και οι Εργατικοί βρίσκονται σε κρίση, χάνοντας έδαφος τόσο από τους αριστερούς Πράσινους όσο και από την ακροδεξιά του Reform.
Το 1985, ο Adam Przeworski έγραψε ένα επιδραστικό βιβλίο για τον Καπιταλισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία είχε διανύσει μια διαδρομή από ένα κόμμα προσηλωμένο στην επανάσταση, σε ένα κόμμα που επεδίωκε τον σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων, και τελικά σε μια πιο μετριοπαθή στάση μεταρρυθμίσεων εντός του καπιταλισμού. Για τον Przeworski, αυτή η τροχιά ήταν αναπόφευκτη και προέκυπτε από την εξάρτηση της σοσιαλδημοκρατίας από τις ιδιωτικές επενδύσεις. Οι τελευταίες αποτελούν έναν δομικό περιορισμό στο εύρος των μεταρρυθμίσεων που είναι αποδεκτό από το κεφάλαιο. Κατά τα μεταπολεμικά χρόνια, το κεφάλαιο ήταν πρόθυμο να συμβιβαστεί σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με προγενέστερες και μεταγενέστερες περιόδους. Η ύπαρξη ισχυρών συνδικάτων και η απειλή της Σοβιετικής Ένωσης μετέβαλαν τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ της εργασίας. Οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 μάλλον αποτελούν εξαίρεση στην ιστορία του καπιταλισμού. Μετά την κρίση του ’70, ο καπιταλισμός επανήλθε σε μια πιο καθαρή μορφή. Η ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά την περίοδο μετά το βιβλίο του Przeworski, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης, μπορεί να ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα.
Το συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι, χωρίς μια αντίρροπη ισχύ, η ευρύτερη Αριστερά στερείται μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης. Στο τελευταίο μου βιβλίο, Μανιφέστο για μια Βιώσιμη Κοινωνία, υποστηρίζω ότι πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δυτικές κοινωνίες – κλιματική αλλαγή, ανισότητες, κ.λπ. – απορρέουν από την εξαιρετική μετατόπιση ισχύος προς το κεφάλαιο μετά το 1980. Συνεπώς, χωρίς μια ανατροπή στον συσχετισμό δυνάμεων, είναι απίθανη μια εναλλακτική απάντηση στις πολλαπλές κρίσεις. Υπάρχει, ωστόσο, ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Αριστερά. Ο καπιταλισμός χάνει σταδιακά μέρος της ιδεολογικής του ηγεμονίας, καθώς οι δυνάμεις της ακροδεξιάς, της δεξιάς και οι κεντρώες πολιτικές δεν φαίνεται να δίνουν απαντήσεις. Επιπλέον, η στροφή προς τον πολιτικό καπιταλισμό απονομιμοποιεί ένα βασικό συστατικό της καπιταλιστικής ιδεολογίας – τον υποτιθέμενο διαχωρισμό του οικονομικού από το πολιτικό.
Αυτό που χρειάζεται είναι μια στρατηγική που να ενώνει τα οικολογικά και τα ταξικά συμφέροντα για την οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού μπλοκ. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται ότι στο μέλλον θα πρέπει να προσαρμοστούμε σε έναν κόσμο χαμηλότερης ανάπτυξης, όπου οι επενδύσεις θα στοχεύουν στην παραγωγή των πραγμάτων που χρειαζόμαστε – πράσινες τεχνολογίες και κοινωνική φροντίδα – αντί για εκείνα που δεν χρειαζόμαστε.
Στο δεύτερο άρθρο αυτής της σειράς, θα εξετάσω τις επιπτώσεις τόσο της αργής ανάπτυξης όσο και του πολιτικού καπιταλισμού στην περίπτωση της Ελλάδας.
[1] D.Riley and R. Brenner ‘Seven Theses on American Politics’, New Left Review, no. 38, Nov/Dec, 2022 and ‘The Long Downturn and Its Political Results’ New Left Review, no.155, Sept/Oct 2025, which has references to a number of articles that engaged with the debate.
[2] R. Brenner The Economics of Global Turbulance, Verso Books, 2006.
———
Δημοσιεύθηκε στις 29/04/2026 στο K-Report
