Mια βιβλιοκριτική για το έργο των Kevin Featherstone & Δημήτρη Παπαδημητρίου: «Στο μάτι του κυκλώνα. Έλληνες πρωθυπουργοί και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης (2009–2019)» (MIET, 2026)
Ο Kevin Featherstone και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, δύο πολιτικοί επιστήμονες, έγραψαν ένα ελκυστικό και καλά τεκμηριωμένο βιβλίο για την ελληνική κρίση και τη διαχείριση των διαδοχικών κυβερνήσεων των διαπραγματεύσεων των τριών προγραμμάτων προσαρμογής. Τα δυνατά σημεία αλλά και οι αδυναμίες του βιβλίου απορρέουν από την εστίασή τους στη θεσμική αλλαγή και από την επιλογή τους να μην εστιάσουν στην επιτυχία ή την αποτυχία των προγραμμάτων όσον αφορά τις συνέπειές τους για την οικονομία και την κοινωνία.
Πρώτον, οι επιτυχίες. Σε όλο το βιβλίο, οι συγγραφείς διερευνούν τρεις υποθέσεις, χρησιμοποιώντας την Ελλάδα ως μελέτη περίπτωσης: τον βαθμό στον οποίο μια ισχυρή ηγεσία από την πλευρά του πρωθυπουργού μπορεί να προσφέρει μια συγκεντρωτική απάντηση στην κρίση· τον βαθμό στον οποίο το δίκτυο αντιμετώπισης της κρίσης θα μπορούσε να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα, ανάλογα με το κατά πόσο θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αποδοχή του υπουργικού συμβουλίου· και, τέλος, εάν η εφαρμογή του προγράμματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε θεσμική αλλαγή εντός της δομής του πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας προς όφελος ενός μεγαλύτερου συντονισμού. Απλουστεύοντας σημαντικά, το συμπέρασμα που καταλήγουν είναι ότι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι Έλληνες πρωθυπουργοί, τουλάχιστον ορισμένες φορές, σημείωσαν πρόοδο όσον αφορά τις δύο πρώτες υποθέσεις, αλλά ελάχιστη πρόοδος σημειώθηκε όσον αφορά την τρίτη.
Μια κομβική αναλυτική έννοια σε όλο το βιβλίο είναι η έννοια του «δικτύου αντιμετώπισης της κρίσης» – ΔΑΚ (Crisis Response Network – CRN), δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο οι διάφορες κυβερνήσεις επιχείρησαν να υλοποιήσουν τη δέσμευσή τους στα προγράμματα, συντονίζοντας το γραφείο του πρωθυπουργού, τους διάφορους υπουργούς και ένα πλήθος εμπειρογνωμόνων, από δημοσίους υπαλλήλους έως εξωτερικούς παράγοντες. Υπάρχει πλήθος πληροφοριών σχετικά με το πώς και οι τέσσερις διακυβερνήσεις συγκρότησαν το δίκτυό τους, τους στόχους που τέθηκαν και τα προβλήματα εφαρμογής στην πράξη. Οι μελλοντικοί ερευνητές θα έχουν πολλά να μάθουν από τη σχετική ανάλυση, συμπεριλαμβανομένων των σαφώς διαμορφωμένων πινάκων που δείχνουν τις συνδέσεις εντός του δικτύου. Εν ολίγοις, θα αποτελέσει ένα βιβλίο αναφοράς για τα επόμενα χρόνια.
Θα εστιάσω εδώ στο βασικό τους συμπέρασμα: ότι ενώ η ηγεσία των πρωθυπουργών και τα αντίστοιχα ΔΑΚ κατάφεραν σε κρίσιμες στιγμές να συγκεντροποιήσουν και να συντονίσουν τον πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας για την εφαρμογή των προγραμμάτων – αν και, όπως επισημαίνουν, μόνο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να ολοκληρώσει και να εξέλθει από το πρόγραμμα – σημειώθηκε μικρή πρόοδος ως προς τη μετατροπή αυτών των αλλαγών σε μόνιμους θεσμούς, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν μετά τα προγράμματα. Όπως εύστοχα αναφέρουν, τα ΔΑΚ «ευρέως “αιωρούνταν” πάνω από τη διοίκηση». Πράγματι, υποστηρίζουν ότι μια τέτοια οικοδόμηση θεσμών πραγματοποιήθηκε μόνο από την κυβέρνηση Μητσοτάκη μετά το 2019, ένας αμφιλεγόμενος ισχυρισμός στον οποίο θα επανέλθω αργότερα. Όπως επισημαίνουν, η έλλειψη συντονισμού και κεντρικής διαχείρισης στον πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και η ικανότητά της να εμπλακεί σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, έχει μακρά ιστορία στην Ελλάδα. Κατά την άποψη των συγγραφέων, οι Θεσμοί, εκπροσωπώντας τους πιστωτές της Ελλάδας, προσπάθησαν να αλλάξουν αυτή τη χρονική εξάρτηση (path dependency), αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Δεν είμαι τόσο σίγουρος για αυτό. Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι σε συνθήκες κρίσης οι αξιωματούχοι αναγκάζονται να εργάζονται «με περιορισμούς χρόνου, πληροφοριών, γνώσεων και ρίσκου», αλλά μπορεί να υποστηριχθεί ότι υποτιμούν τον παράγοντα του χρόνου. Η δική μου εμπειρία είναι ότι η πίεση χρόνου από την πλευρά των Θεσμών για την ολοκλήρωση των προαπαιτούμενων, προκειμένου να αποδεσμευτούν οι εκταμιεύσεις, ήταν μια στρατηγική επιλογή. Σε αυτό το πλαίσιο, η μακροπρόθεσμη οικοδόμηση θεσμών στη διοίκηση μάλλον δεν αποτελούσε προτεραιότητα.
Υπάρχει όμως και ένα επιπλέον ζήτημα εδώ. Η ανάγκη για δημοσιονομική προσαρμογή συνεπαγόταν σοβαρή μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό ήταν σε ευθυγράμμιση με τη νεοφιλελεύθερη σκέψη της εποχής, την οποία μοιράζονταν τόσο οι Θεσμοί όσο και οι κυβερνήσεις Παπαδήμου και Σαμαρά, και φυσικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος στην κυβέρνηση Σαμαρά ήταν υπεύθυνος για τη διοικητική μεταρρύθμιση και ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής ενός μικρότερου κράτους. Οι Featherstone και Παπαδημητρίου θα είχαν κερδίσει πολλά αν περιλάμβαναν στην ανάλυσή τους το έργο της Marianna Mazzucato για την «μωροποίηση» (infantilisation) του κράτους (στο βιβλίο της με τίτλο «Η μεγάλη Φενάκη», Εκδόσεις Επίκεντρο), δηλαδή την τάση των κυβερνήσεων να βασίζονται σε εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες και εταιρείες που έχουν ελάχιστο κίνητρο να ενισχύσουν τις ικανότητες του κράτους ή των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς αυτό θα επηρέαζε τις πιθανότητές τους να αναλάβουν την επόμενη σύμβαση. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η υποστήριξη των συγγραφέων για ένα πιο οργανωμένο κράτος θα μπορούσε να επιδιωχθεί σοβαρά σε αυτό το πλαίσιο.
Όσον αφορά τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, το ζήτημα μπορεί να τεθεί με πιο ωμό τρόπο. Έμμεσα, οι συγγραφείς φαίνεται να υποδηλώνουν ότι η έλλειψη σχεδιαστικής ικανότητας στην Ελλάδα δεν είναι απλώς διαχρονική, αλλά κατά κάποιο τρόπο παράλογη. Ωστόσο, η έλλειψη σχεδιασμού έχει τα πλεονεκτήματά της· συγκεκριμένα, επιτρέπει την απουσία διαφάνειας, επιτρέποντας έτσι τη συνέχιση όχι μόνο του πελατειακού κράτους, αλλά και των ευκαιριακών συμφωνιών με ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα. Στο τέλος του έβδομου κεφαλαίου, οι συγγραφείς εμφανίζονται μάλλον αναποφάσιστοι ως προς το αν το επιτελικό κράτος του Μητσοτάκη μετά το 2019 αποτελούσε μια άσκηση θεσμοθέτησης του είδος συγκεντρωτισμού και συντονισμού της τρίτης υπόθεσής τους. Προς τιμήν τους, περιγράφουν την άποψη των επικριτών: η ενσωμάτωση της δημόσιας τηλεόρασης και των μυστικών υπηρεσιών στο γραφείο του πρωθυπουργού, το σκάνδαλο των υποκλοπών σε φίλους και εχθρούς, και ο εκφοβισμός της ΑΔΑΕ δύσκολα συνιστούν αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήλπιζαν από ένα επιτελικό κράτος. Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την τάση του επιτελικού κράτους να παρεμβαίνει στη Βουλή και στη Δικαιοσύνη για να συγκαλύψει μια σειρά από σκάνδαλα.
Ωστόσο, μέχρι το όγδοο κεφάλαιο, η συνολική αξιολόγηση είναι πολύ πιο αισιόδοξη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το είδος της οικοδόμησης θεσμών που υποστηρίζουν ήταν ευκολότερο να εφαρμοστεί μετά την κρίση, και πράγματι εφαρμόστηκε από τον Μητσοτάκη. Ένα από τα παραδείγματά τους για αυτή την πιο θετική αξιολόγηση ήταν η έγκριση από την ΕΕ της προσέγγισης της κυβέρνησης Μητσοτάκη για το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF). Όμως αυτό μου φαίνεται σοβαρή παρεξήγηση. Όχι μόνο η κυβέρνηση δεν προετοίμασε το σχέδιό της μετά από διαβούλευση με την ευρύτερη κοινωνία, όπως απαιτούσε η οδηγία της ΕΕ και όπως έπραξαν άλλες κυβερνήσεις (για παράδειγμα η κυβέρνηση Ντράγκι στην Ιταλία), αλλά ένα σημαντικό μερίδιο της διαθέσιμης χρηματοδότησης πήγε στις ευνοούμενες από την κυβέρνηση μεγάλες επιχειρήσεις – ένας καπιταλισμός των ημετέρων (crony capitalism) σε υψηλότερο επίπεδο. Όπως και για τόσες άλλες ελληνικές διακυβερνήσεις, η έλλειψη σχεδιασμού και η έλλειψη σαφήνειας δεν ήταν παράλογες – αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της προσέγγισής τους για τη δημιουργία της κοινωνικής και πολιτικής βάσης τους.
Εδώ φτάνουμε σε μια άλλη ιδεολογική στάση που μοιράζονταν τόσο οι Θεσμοί όσο και οι κυβερνήσεις Παπαδήμου και Σαμαρά. Η θεωρία της δημόσιας επιλογής (Public choice theory), αναπόσπαστο συστατικό του νεοφιλελευθερισμού, υποστήριξε μικρότερο δημόσιο υποτιθέμενα για να προστατεύσει το κράτος, και τους πολιτικούς, από αθέμιτα ιδιωτικά συμφέροντα. Στην πράξη, η θεωρία χρησιμοποιήθηκε για την προστασία του κράτους από τις λαϊκές ανησυχίες – η επιρροή των ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων (χρηματοπιστωτικός τομέας, πολυεθνικές, BigTech κ.λπ.) εντός των κυβερνήσεων αυξήθηκε την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού. Από τη δική μου εμπειρία, οι Θεσμοί έφερναν σταθερά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θέσεις που απαιτούνταν από τέτοια συμφέροντα. Περιττό να πούμε ότι η φωνή των εργαζομένων, των κοινωνικών κινημάτων και άλλων που αντιμετώπιζαν τις συνέπειες των προγραμμάτων ήταν πολύ, πολύ ασθενέστερη.
Εδώ η θέση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι ξεχωριστή. Οι συγγραφείς σε διάφορα σημεία υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή των προγραμμάτων ήταν λίγο-πολύ χωρίς αντίσταση. Από την άλλη πλευρά, αναφέρονται στην προσέγγιση των «τριών καλαθιών» του ΣΥΡΙΖΑ: το πρώτο είχε να κάνει με συμφωνημένα θέματα που έπρεπε να υλοποιηθούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, το δεύτερο με επίμαχα ζητήματα προς διαπραγμάτευση, και το τρίτο με θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής του προγράμματος. Αλλά για εμάς, το δεύτερο καλάθι ήταν κρίσιμο: μια προσπάθεια, άλλοτε επιτυχής και άλλοτε λιγότερο, να περιοριστούν τα πιο αντικοινωνικά στοιχεία των προγραμμάτων και να δημιουργηθεί χώρος για παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να ανακουφίσουν όσους είχαν υποφέρει περισσότερο στα προηγούμενα προγράμματα. Με αυτόν τον τρόπο, το 2019 το επίπεδο της ανισότητας και της φτώχειας (συμπεριλαμβανομένης της παιδικής φτώχειας) είχε μειωθεί, και το εθνικό σύστημα υγείας είχε σημειώσει σημαντική πρόοδο – ένα εξαιρετικό επίτευγμα υπό συνθήκες προγράμματος.
Έχει υποστηριχθεί ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία και η Ιαπωνία μπορέσαν να ανακάμψουν από τον πόλεμο τόσο γρήγορα επειδή ο πόλεμος είχε καταστρέψει τις παλιές τους ελίτ. Η ελληνική κρίση φαίνεται να μην ήταν ικανή να οδηγήσει σε αυτό το αποτέλεσμα. Οι ελληνικές ελίτ που μας οδήγησαν στην κρίση είναι τόσο ισχυρές, ίσως και ισχυρότερες, όσο ποτέ. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι είναι εμπεδωμένες σε όλα τα επίπεδα του κράτους. Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Και ίσως αυτό να μην είναι τόσο παράξενο. Η θεωρητικοποίηση της Αριστεράς σε τομείς όπως η οικονομία ή η ιδεολογία είναι πολύ ισχυρότερη από την προσέγγισή της στην οικοδόμηση θεσμών. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας πυρήνας εκτελεστικής εξουσίας που δεν είναι απομονωμένος από τον δήμο.
