Τα τρία τρωτά επιχειρήματα της κυβέρνησης
Τη στιγμή που σύμφωνα σχεδόν με όλες τις δημοσκοπήσεις από τα βασικότερα προβλήματα των πολιτών το τελευταίο διάστημα είναι η ακρίβεια και το ύψος των εισοδημάτων [1] η απάντηση της κυβέρνησης είναι ότι στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσο μαύρα και ότι αν η κατάσταση συγκριθεί με το 2019 υπάρχει βελτίωση σε αρκετούς τομείς, ενώ ταυτόχρονα υπόσχεται ακόμη μεγαλύτερη βελτίωση στο μέλλον.
Στο παρόν άρθρο θα δείξουμε ότι οι τρεις βασικοί άξονες επιχειρηματολογίας που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση είναι παραπλανητικοί τόσο ως προς το τι έχει γίνει, όσο και ως προς τις προοπτικές για σταθερή βελτίωση τα επόμενα χρόνια.
Οι τρεις βασικοί άξονες τις κυβερνητικής επιχειρηματολογίας αφορούν (α) την πορεία του μέσου μισθού, (β) την πορεία του κατώτατου μισθού και (γ) την συγκριτική θέση της χώρας ως προς τον κατώτατο μισθό σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ.
Η πορεία του μέσου μισθού
Το επιχείρημα της κυβέρνησης
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία από το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ο μέσος μισθός το 2024 ανήλθε στα €1.342 αυξημένος κατά 28,3% σε σχέση με το 2019.
Τα αντεπιχειρήματα
Η αύξηση αυτή φαίνεται σημαντική, ωστόσο πρόκειται για αύξηση στον ονομαστικό μισθό. Για να έχουμε πιο αντικειμενική εικόνα θα πρέπει να δούμε τι έχει γίνει στον πραγματικό μισθό, να δούμε δηλαδή τι έχει γίνει και στον πληθωρισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον δείκτη τιμών καταναλωτή βλέπουμε ότι το γενικό επίπεδο τιμών από το 2019 μέχρι σήμερα έχει αυξηθεί κατά 18,6% ενώ οι αυξήσεις σε επιμέρους δείκτες [2] φτάνουν το 31,5% για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά και 23% για τη στέγαση, 40% για ηλεκτρισμό, 104% για το φυσικό αέριο και 51% για το πετρέλαιο θέρμανσης.
Λαμβάνοντας υπόψη το Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή η πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης είναι περίπου 8%, περίπου €80 το μήνα, λιγότερο δηλαδή από ότι κοστίζει ένα τραπέζι σε μια ταβέρνα για μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων, λιγότερο από τα ψώνια μιας βδομάδας στο σουπερμάρκετ. Η εικόνα είναι ακόμη χειρότερη αν συγκρίνουμε με τι έγινε στα τρόφιμα, τη στέγαση και την ενέργεια, οπότε θα δούμε ότι έχουμε στην καλύτερη περίπτωση οριακή βελτίωση των πραγματικών μισθών και στη χειρότερη επιδείνωση.
Η αρνητική εικόνα της πορείας του πραγματικού μισθού επιβεβαιώνεται και από τα σχετικά στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δείχνουν ότι κατά την περίοδο 2019 – 2023 είχαμε μείωση του μέσου πραγματικού μισθού, υποδεικνύοντας ότι για μεγάλο διάστημα οι εργαζόμενοι έβλεπαν πραγματικά απώλειες και πολύ πρόσφατα, ουσιαστικά με τις αυξήσεις εντός του 2024, αντιστράφηκε αυτή η εικόνα.

Η πορεία του κατώτατου μισθού
Το επιχείρημα της κυβέρνησης
Ο κατώτατος μισθός, αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα €880 το μήνα, ενώ η κυβέρνηση τον παρέλαβε το 2019 στα €650 και συνεπώς αυξήθηκε κατά 35,4%. Αυτή είναι η εικόνα μετά την 1η Απριλίου 2025 που έγινε η τελευταία αύξηση του κατώτατου μισθού, αφού μέχρι πρόσφατα ο κατώτατος μισθός ήταν στα €830, αυξημένος κατά 27,7% σε σχέση με το 2019.
Το αντεπιχείρημα
Και πάλι έχουμε την προβολή ενός ονομαστικού μεγέθους για να δοθεί η εντύπωση μιας μεγάλης αύξησης – σχεδόν 35% – στον κατώτατο μισθό. Αν ληφθεί υπόψη και ο αντίστοιχος πληθωρισμός της αντίστοιχης περιόδου θα δει κανείς ότι η πραγματική αύξηση του μισθού είναι περίπου 12% (μέχρι πρόσφατα 8%), δηλαδή αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης κατά περίπου €80 (μέχρι πρόσφατα ήταν €50) το μήνα σε σχέση με το 2019. Αυτό δεν καλύπτει μετά βίας τα ψώνια μιας βδομάδας στο σουπερμάρκετ για ένα άτομο.
Όμως, ο ΓΔΤΚ δεν είναι ίσως ο κατάλληλος δείκτης για να εκτιμηθεί η πραγματική μεταβολή της αγοραστικής δύναμης των κατώτερων εισοδηματικά κλιμακίων. Γιατί στα κατώτερα κλιμάκια (όπου ανήκει και ο κατώτατος μισθός το μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος που δαπανάται σε τροφή, στέγη και ενέργεια είναι πολύ μεγάλο, , και οι αυξήσεις των τιμών σε αυτές τις κατηγορίες ξεπερνούν κατά πολύ τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή. Συνεπώς ο πληθωρισμός που αντιμετωπίζουν δεν είναι δείκτης πληθωρισμού με τις γενικές σταθμίσεις, αλλά πολύ μεγαλύτερος, με αποτέλεσμα στα κλιμάκια αυτά να έχουμε μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Η θέση της χώρας με βάση τον κατώτατο μισθό
Το επιχείρημα της κυβέρνησης
Με βάση τον κατώτατο μισθό η χώρα βρίσκεται στην 11η θέση ανάμεσα στις 22 χώρες της Ευρώπης που έχουν κατώτατο μισθό. (Ακόμη και μετά την πρόσφατη αύξηση η χώρα παραμένει στην 11η θέση, καθώς τους τελευταίους μήνες είχε κατρακυλήσει στη 14η, ενώ από 1η Απριλίου είναι πάλι στην 11η)
Το αντεπιχείρημα
Το πιο ουσιαστικό επιχείρημα ωστόσο είναι ότι η κατάταξη δεν λέει απολύτως τίποτα αν δεν ξέρουμε πως αυτό σχετίζεται με το κόστος ζωής. Με απλά λόγια στο βαθμό που δεν ξέρουμε το κόστος ζωής ενός Κροάτη, το γεγονός ότι έχουμε ίδιο περίπου κατώτατο μισθό δεν μας βοηθάει να κατανοήσουμε στην πραγματικότητα αν είμαστε σε καλύτερη ή χειρότερη θέση. Ένα δεύτερο που παίζει ρόλο είναι το ποσοστό των ανθρώπων που λαμβάνουν αμοιβές κοντά στον κατώτατο μισθό. Ενδεικτικό ότι σύμφωνα με την ΕΡΓΑΝΗ περίπου 31% των εργαζομένων (πλήρους και μερικής απασχόλησης) λαμβάνουν ως €900 ευρώ μεικτά ενώ περίπου 46% των εργαζομένων λαμβάνουν κάτω από €1.000 μεικτά. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ 6 στα 10 νοικοκυριά (60%) δήλωσαν ότι το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί για όλον το μήνα και ότι ή δεν μπορούν καθόλου ή μπορούν με μεγάλη δυσκολία να αντιμετωπίσουν ένα έκτακτο αλλά αναγκαίο έξοδο της τάξης των €500.
Συμπέρασμα
Η συστηματική χρήση ονομαστικών μεγεθών για την αύξηση μισθών που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση δείχνει μια πλασματικά μεγάλη βελτίωση των εισοδημάτων και του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα τα τελευταία 5 χρόνια, η οποία σε μεγάλο βαθμό αντιστρέφεται αν κανείς λάβει υπόψη την επίδραση του πληθωρισμού και ακόμη περισσότερο του πληθωρισμού σε βασικές ανάγκες όπως τα τρόφιμα και η στέγαση.
Είναι ενδεικτικό ότι την παραπάνω εικόνα έχει επιβεβαιώσει και ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Πετραλιάς όταν στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2025 είπε μέχρι τώρα οι μισθωτοί είχαν απώλειες στο εισόδημα σε πραγματικούς όρους και ότι μετά το 2025 θα φανεί βελτίωση: «θα δείτε ότι πραγματικές καθαρές αμοιβές αρχίζουν και πλέον υπερβαίνουν τις απώλειες του πληθωρισμού. Αυτή δεν είναι μια διαδικασία που γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Ναι, μας πήρε το ’22, το ‘23 και το ’24, τρία χρόνια για να συμβεί αυτό, ώστε στο ‘25 να αρχίσουμε να βλέπουμε πραγματικές αμοιβές πάνω από τις απώλειες που είχαμε»
Βέβαια το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτές οι βελτιώσεις μπορούν να διατηρηθούν για ένα μακρύ χρονικό διάστημα ώστε να αντιστραφούν όχι μόνο οι απώλειες των τελευταίων ετών αλλά και οι απώλειες των μνημονίων. Για παράδειγμα πόσο πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί για να μπορεί ένα ζευγάρι να αγοράσει ένα σπίτι, και πόσα χρόνια θα πρέπει να περάσουν για να συγκλίνουμε με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο; Είναι αξιόπιστες οι υποσχέσεις της κυβέρνησης για γρήγορη ανάκαμψη τα επόμενα χρόνια; Αυτά είναι ερωτήματα που θα απαντηθούν σε επόμενο άρθρο.