Τα προγράμματα της Αριστεράς έχουν πολλές χρήσεις. Για παράδειγμα μπορεί η Αριστερά να βρίσκεται προ των πυλών της διακυβέρνησης, είτε αυτοδύναμα είτε ως μέρος μιας ευρύτερης συμμαχίας. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται ένα λεπτομερές πρόγραμμα που να περιγράφει τις πολιτικές που πρόκειται να εφαρμοστούν σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Και αν είναι σοβαρό το πρόγραμμα δίνει στον κόσμο την αίσθηση των προτεραιοτήτων – μάλλον έχουμε μάθει πια ότι προγράμματα που επιδιώκουν να είναι αρεστά σε όλους, τελικά δεν πείθουν κανέναν.
Αλλά τι γίνεται στην περίπτωση που η προοπτική της κυβερνητικής εξουσίας φαίνεται μακρινή; Δηλαδή σε στιγμές όπου ο συσχετισμός δυνάμεων είναι δυσμενής, ή που αυτός επιδεινώνεται. Έχω μάθει ότι όταν υπάρχουν πολιτικές διαφωνίες τότε μια προσέγγιση είναι να επιστρέψουμε σε βασικές αρχές.
Ένα πρόγραμμα για την Αριστερά είναι πρωτίστως ένα εργαλείο. Το 2009 συμμετείχα στη διαμόρφωση της συμβολής του Συνασπισμού στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Η βασική ιδέα τότε ήταν η οικονομία των αναγκών που συμπύκνωνε όσα είχαμε μάθει από το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, τα αντιρατσιστικά και νεολαιίστικα φεστιβάλ, τον αγώνα ενάντια στις εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» και την κατάργηση του άρθρου 16. Τότε δεν φανταζόμουν ότι σε λίγα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ θα γινόταν κυβέρνηση πόσο μάλλον ότι εγώ θα ήμουν υπουργός. Σε εκείνη τη συγκυρία σήμαινε αυτό ότι δεν χρειαζόμασταν πρόγραμμα;
Ένα πρόγραμμα της Αριστεράς αποτελεί ένα ιδεολογικό εργαλείο για την απόκτηση της ηγεμονίας, για να χτίζουμε γέφυρες και να αναδεικνύουμε συνδέσεις με υπαρκτά κινήματα. Δίνει μια συνοχή σε αυτά που επιδιώκει η Αριστερά στην αντιπολίτευση έστω και αν η κυβερνητική εξουσία φαίνεται πολύ μακρινή.
Γιατί πρέπει το πρόγραμμα να είναι και ριζοσπαστικό; Η φύση του σύγχρονου καπιταλισμού πιστεύω δεν αφήνει χώρο για κεντρώες λύσεις. Δεν είναι μόνο ότι είμαστε σε εποχή πολυκρίσεων – οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, με υπαρκτή πιθανότητα την επαναφορά του πολέμου – αλλά είναι και το γεγονός ότι η πολιτική είναι σε διαρκές χάος, δημιουργώντας αστάθεια και ρευστότητα σε όλο το πολιτικό φάσμα από την άκρα αριστερά μέχρι την άκρα δεξιά. Το «κέντρο» δεν αποτελεί πια σταθερό σημείο και έχουμε πολλά παραδείγματα που το αποδεικνύουν.
Από αυτή τη σκοπιά μπορούμε να εξετάσουμε τη χρησιμότητα των ριζοσπαστικών προγραμμάτων σε τρία επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι ότι ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα πρέπει να αλληλοεπιδρά με ένα συγκεκριμένο κίνημα είτε αυτό είναι το στεγαστικό είτε το κίνημα ενάντια στην ακρίβεια είτε το κίνημα στήριξης του ΕΣΥ. Το πρόγραμμα ανταποκρίνεται και αλληλοεπιδρά με το κίνημα. Δηλαδή δεν είναι ποτέ η τελευταία μας λέξη αλλά ένα εργαλείο που μας επιτρέπει να διαβουλευόμαστε και να είμαστε ανοιχτοί σε διαδραστικές βελτιώσεις.
Το δεύτερο επίπεδο πηγαίνει πέρα από ένα συγκεκριμένο κίνημα και επιδιώκει να αναδείξει τις συνδέσεις ανάμεσα στα κινήματα όπως το κίνημα ενάντια στις εξορύξεις, στήριξης του ΕΣΥ ή το στεγαστικό. Το ριζοσπαστικό πρόγραμμα αναδεικνύει ότι πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα κινήματα έχουν κοινές αιτίες: χρηματιστικοποίηση, απορρύθμιση, απαξίωση των κοινών. Συγχρόνως οι λύσεις σε αυτά έχουν μια κοινή συνισταμένη: την επαναφορά της έννοιας του συλλογικού συμφέροντος, των δημόσιων αγαθών και της οικονομικής δημοκρατίας. Γενικότερα οι λύσεις εμπεριέχουν ένα δημοκρατικό εγχείρημα – υπάρχουν πράγματα που είναι κοινά και στα οποία πρέπει να έχουμε μια φωνή.
Το τρίτο επίπεδο είναι το πρόγραμμα να διευρύνει το όριο του εφικτού. Η Αριστερά έχει ανάγκη να αλλάξει τη φύση της συζήτησης. Για παράδειγμα για το στεγαστικό δεν μένουμε μόνο στη ρύθμιση της αγοράς ή των στεγαστικών επιδομάτων αλλά αναδεικνύουμε τη σημασία της δημόσιας κοινωνικής στέγασης. Αναδεικνύουμε δηλαδή ότι το στεγαστικό θέλει συλλογική αντιμετώπιση ενάντια στη λογική της αγοράς. Στο φορολογικό αναδεικνύουμε τη συλλογική κατανάλωση σε σχέση με την ιδιωτική. Δίνουμε τη μάχη ενάντια στην κυρίαρχη προσέγγιση ότι οι μειώσεις φόρων στους πλούσιους αποτελούν λύση. Επιπλέον, από τη μεριά των δημοσίων οικονομικών μια τέτοια μείωση έχει το ίδιο αποτέλεσμα όπως μια αύξηση των δαπανών. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι, χωρίς να δοθεί ιδεολογική μάχη υπέρ της φορολογίας, μπορούμε να στηρίξουμε το κοινωνικό κράτος, τις αναγκαίες δημόσιες επενδύσεις και πολλά άλλα. Αλλά σε αυτό το επίπεδο υπάρχει και κάτι παραπάνω. Κριτικάρουμε τη Νέα Δημοκρατία ότι οι επενδύσεις και η ανάπτυξη δεν είναι όσο εντυπωσιακές λέει και ότι εμείς θα είχαμε περισσότερες επενδύσεις και μεγαλύτερη ανάπτυξη. Δεν υπάρχει λόγος να υιοθετήσουμε όλο το αφήγημα της αποανάπτυξης – αν και εμένα με έχει επηρεάσει πολύ – αλλά είναι καιρός να επιστρέψουμε στη διάκριση ανάμεσα στην αξία ανταλλαγής και στην αξία χρήσης. 100 εκ. ευρώ που δαπανώνται για εξορύξεις υδρογονανθράκων δεν έχουν την ίδια αξία με 100 εκ. ευρώ που δαπανώνται στην οικονομία της φροντίδας. Πρέπει να αναδείξουμε πώς ο καπιταλισμός παράγει πράγματα που δεν έχουν αξία (που όμως αυξάνουν το ΑΕΠ) και συγχρόνως δεν παράγουν αξίες που χρειαζόμαστε.
Άρα όλοι μαζί παλεύουμε για ένα πρόγραμμα που το χρειαζόμαστε για να δώσουμε τη μάχη της ιδεολογίας και να εμπνεύσουμε ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις για μια εναλλακτική οικονομία, εναλλακτική κοινωνία, πλουσιότερη δημοκρατία. Προσωπικά μπορώ να υπηρετήσω οποιοδήποτε πρόγραμμα και οποιοδήποτε πολιτική απόφαση καταλήξουμε μαζί.