Όταν οι Αλγόριθμοι Ορίζουν την Αμοιβή στην Ψηφιακή Εποχή
Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χρήστος Τσίτσικας
Στα οικονομικά όταν μιλάμε για price discrimination, εννοούμε την ικανότητα ενός πωλητή να κάνει διακριτή τιμολόγηση σε διαφορετικούς καταναλωτές ανάλογα με την προθυμία τους να πληρώσουν, και έτσι να μεγιστοποιήσει το κέρδος του.
Η ψηφιοποίηση της οικονομίας και η ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς των ψηφιακών πλατφορμών έχουν οδηγήσει σε αυτού του είδους τις διαφοροποιήσεις να εμφανίζονται πλέον και στη διαμόρφωση του ημερομισθίου και να έχουν μεταμορφώσει τον παραδοσιακό κόσμο της εργασίας. Πίσω από την ευκολία των εφαρμογών delivery, μεταφορών, αλλά και των ψηφιακών υπηρεσιών υγείας και φροντίδας, αναδύεται μια αθέατη και ανησυχητική πρακτική: η αλγοριθμική μισθολογική διαφοροποίηση (Algorithmic Wage Discrimination[1]). Αντί για σταθερές συλλογικές συμβάσεις, διαφανείς κλίμακες αποδοχών ή θεσμοθετημένες διαπραγματεύσεις, οι αμοιβές καθορίζονται πλέον όλο και συχνότερα από αυτοματοποιημένα συστήματα και προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Τα συστήματα αυτά έχουν τη δυνατότητα να διαφοροποιούν το μισθό δυναμικά, και να δίνουν διαφορετικά αποτελέσματα τόσο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές όσο και ανάμεσα σε διαφορετικούς εργαζόμενους. Έτσι έχουν για παράδειγμα τη δυνατότητα να προσφέρουν εξατομικευμένες, χαμηλότερες αμοιβές σε ορισμένους εργαζόμενους για ακριβώς την ίδια εργασία που ένας άλλος συνάδελφός τους εκτελεί με καλύτερους όρους. Η εξέλιξη αυτή επαναπροσδιορίζει τους όρους ισχύος στην αγορά εργασίας, τοποθετώντας τον αλγόριθμο στον πυρήνα της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού.
Πώς λειτουργεί στην πράξη
Η αλγοριθμική διαχείριση στις σύγχρονες πλατφόρμες εργασίας δεν περιορίζεται απλώς στην ανάθεση καθηκόντων ή στη διαχείριση της ροής εργασιών, αλλά επεκτείνεται βαθύτατα στη δυναμική τιμολόγηση της ανθρώπινης εργασίας. Το φαινόμενο αυτό δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τους διανομείς (couriers) και τους οδηγούς ταξί —όπως στις γνωστές πλατφόρμες efood, Wolt ή Uber— αλλά επεκτείνεται ραγδαία και σε άλλους τομείς, όπως σε ψηφιακές πλατφόρμες παροχής υπηρεσιών καθαριότητας, οικιακής φροντίδας, ακόμη και στην εύρεση προσωπικού νοσηλευτικής φροντίδας σε κλινικές και οίκους ευγηρίας.
Τα συστήματα αυτά επεξεργάζονται αδιάκοπα τεράστιους όγκους δεδομένων σε πραγματικό χρόνο: γεωγραφική θέση, δεδομένα κίνησης, ιστορικό απόδοσης, ποσοστά αποδοχής καθηκόντων, ακόμη και περίπλοκα συμπεριφορικά μοτίβα. Ο βασικός στόχος των αλγορίθμων αυτών δεν είναι η κοινωνική δικαιοσύνη ή η αντικειμενική αποτίμηση της αξίας της εργασίας, αλλά η μεγιστοποίηση του εταιρικού πλεονάσματος και η ελαχιστοποίηση του κόστους.
Για να το πετύχουν, τα μοντέλα υπολογίζουν τη λεγόμενη «προθυμία αποδοχής» (Willingness to Accept) κάθε εργαζόμενου ξεχωριστά. Ουσιαστικά, το σύστημα προβλέπει το ελάχιστο χρηματικό ποσό που είναι διατεθειμένος να δεχθεί ένας εργαζόμενος με βάση τις τρέχουσες ανάγκες του, την τοπική προσφορά εργασίας, την έλλειψη εναλλακτικών επιλογών ή ακόμη και την οικονομική του κατάσταση. Ένα από τα πιο ανησυχητικά ζητήματα γύρω από την αλγοριθμική τιμολόγηση είναι η ενσωμάτωση δεικτών οικονομικής ευπάθειας. Πρόσφατες έρευνες και παρατηρήσεις από την ψηφιακή οικονομία δείχνουν ότι οι αλγόριθμοι αξιοποιούν συμπεριφορικούς δείκτες που λειτουργούν ως δείκτες για την οικονομική πίεση, όπως η έλλειψη ρευστότητας ή τα υψηλά επίπεδα χρέους.
Έτσι, ένας εργαζόμενος —είτε πρόκειται για διανομέα, καθαρίστρια ή έκτακτο νοσηλευτή— που αντιμετωπίζει στενότητα ρευστότητας ή έχει περιορισμένο οικονομικό περιθώριο δεν έχει την πολυτέλεια να απορρίψει μια χαμηλά αμειβόμενη ανάθεση. Τα προγνωστικά μοντέλα ερμηνεύουν αυτή την ευπάθεια ως σήμα χαμηλής διαπραγματευτικής ικανότητας, οδηγώντας το σύστημα στο να του κατευθύνει χαμηλότερες προσφορές. Η πρακτική αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: όσοι πλήττονται περισσότερο από την οικονομική ανασφάλεια τιμωρούνται με χαμηλότερες αποδοχές για την ίδια ακριβώς εργασία, βαθαίνοντας τις υφιστάμενες ανισότητες.
Κοινωνικοί και Οικονομικοί κίνδυνοι
Η εξάπλωση αυτού του μοντέλου εγείρει σοβαρά ζητήματα οικονομικής δικαιοσύνης, προστασίας των δικαιωμάτων και κοινωνικής συνοχής. Στο επίκεντρο της ανησυχίας είναι η συστηματική συμπίεση των αποδοχών (που είναι και ο στόχος εξάλλου). Η εξατομικευμένη τιμολόγηση λειτουργεί ως μηχανισμός συνεχούς συμπίεσης των μισθών, αφαιρώντας από τους εργαζόμενους τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης και αποτρέποντας τη συλλογική διεκδίκηση δίκαιων αμοιβών. Οι εργαζόμενοι (αλλά και οι αρμόδιες αρχές) στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία δυνατότητα ελέγχου των αποτελεσμάτων, αφού τα συστήματα στηρίζονται πάνω στην αδιαφάνεια και την ασυμμετρία πληροφόρησης για τα κριτήρια και τις μεταβλητές που χρησιμοποιεί το «μαύρο κουτί» (black box) του αλγορίθμου για να καθορίσει την αμοιβή.
Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση των ανισοτήτων και των κοινωνικών αυτοματισμών. Εάν τα δεδομένα εκπαίδευσης των μοντέλων ενσωματώνουν ιστορικές ανισότητες, ο αλγόριθμος αυτοματοποιεί και νομιμοποιεί αυτές τις διακρίσεις υπό το προσωπείο της μαθηματικής αντικειμενικότητας. Και κάπως έτσι οδηγούμαστε σε διάβρωση του κοινωνικού μοντέλου αφού τέτοιου είδους συστήματα στην πράξη αποδομούν το θεσμικό πλαίσιο της προστασίας της εργασίας, μετατρέποντας τους εργαζόμενους σε απομονωμένες μονάδες μιας απρόσωπης αγοράς ψηφιακής εξάρτησης, όπου η συλλογική οργάνωση καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη.
Το Θεσμικό Στοίχημα και η Ευρωπαϊκή Διάσταση
Καθώς η αλγοριθμική διαχείριση επεκτείνεται ραγδαία στην ευρωπαϊκή και την εθνική αγορά εργασίας —διαπερνώντας πολλούς κλάδους πέραν των ταχυμεταφορών— η ανάγκη για αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο γίνεται επιτακτική. Υπάρχουν βέβαια πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου η σχετική οδηγία για τις ψηφιακές πλατφόρμες προσπαθεί να θέσει κανόνες διαφάνειας, να περιορίσει την αδιαφανή επεξεργασία δεδομένων και να εισαγάγει τη νομική αντιστροφή του βάρους της απόδειξης ως προς την ύπαρξη ή μη σχέσης εξαρτημένης εργασίας.
Είναι πρωτοβουλίες σε θετική κατεύθυνση ωστόσο είναι αβέβαιο το κατά πόσον θα αποδειχθεί αποτελεσματική στην πράξη. Η πολυπλοκότητα των δυναμικών αλγορίθμων, η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται τα τεχνολογικά εργαλεία και τα κενά στους μηχανισμούς ελέγχου των κρατών-μελών αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα αν οι νέοι κανόνες θα καταφέρουν ουσιαστικά να περιορίσουν τις διακρίσεις ή αν απλώς θα μετατοπίσουν το πρόβλημα σε πιο δυσπρόσιτες τεχνικές μορφές. Και αυτό χωρίς να συνυπολογίσουμε – για την Ελλάδα τουλάχιστον – την εχθρικότητα της κυβέρνησης της ΝΔ απέναντι σε καθετί που ενισχύει τη θέση των εργαζομένων.
[1] βλ. και Dubal, V. (2023). ON ALGORITHMIC WAGE DISCRIMINATION. Columbia Law Review, 123(7), 1929–1992.