Στο προηγούμενο άρθρο αυτής της σειράς, παρουσίασα τα επιχειρήματα των Riley και Brenner για τον πολιτικό καπιταλισμό. Ο δυτικός καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μια φάση χαμηλής κερδοφορίας και, κατά συνέπεια, χαμηλών επενδύσεων, χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας και χαμηλής ανάπτυξης. Ορθόδοξοι οικονομολόγοι, όπως ο Lawrence Summers, περιγράφουν το φαινόμενο με παρόμοιους όρους ως «μακρά στασιμότητα». Οι κακές οικονομικές επιδόσεις οδήγησαν στον πολιτικό καπιταλισμό, όπου τα ανταγωνιζόμενα συστημικά κόμματα αναζητούν υποστήριξη χρησιμοποιώντας την κρατική εξουσία για να αναδιανείμουν τους υπάρχοντες πόρους προς όφελος της δικής τους κοινωνικής βάσης. Επιπλέον, έχει σημειωθεί μια μεγάλη ανακατάταξη στην πολιτική – χαμηλότερη δέσμευση των ψηφοφόρων στα παραδοσιακά τους κόμματα, μετατόπιση προς τα δεξιά, με σημαντικά τμήματα της παραδοσιακής κοινωνικής βάσης της Αριστεράς να ψηφίζουν ακροδεξιά ή κεντροδεξιά κόμματα, αν και υπάρχουν κινήσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Ποια σημασία έχει αυτή η ανάλυση της οικονομίας και της πολιτικής των ΗΠΑ για μια χώρα όπως η Ελλάδα; Ξεκινώντας από την οικονομία, η Ελλάδα βιώνει χαμηλές επενδύσεις, χαμηλή παραγωγικότητα και χαμηλή ανάπτυξη εδώ και αρκετά χρόνια. Ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι έχει ένα εντυπωσιακό ιστορικό ανάπτυξης δεν πείθει. Υπήρξε ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, με μέσο όρο γύρω στο 2%, αλλά αυτό έρχεται μετά από μια τεράστια ύφεση τα χρόνια πριν από το 2015, και με ελάχιστες προοπτικές να συνεχιστεί ακόμη και η τρέχουσα ανάπτυξη τα επόμενα έτη. Οι επενδύσεις μόλις που καλύπτουν τις αποσβέσεις και ένα σημαντικό μέρος τους αφορά την απομύζηση υπάρχουσας αξίας, κυρίως στον τομέα των ακινήτων (real estate), παρά στη δημιουργία νέας αξίας. Από το 2019 οι ανισότητες έχουν αυξηθεί και οι μισθοί, συμπεριλαμβανομένου και του κατώτατου μισθού, παραμένουν λίγο-πολύ στάσιμοι αν συνυπολογίσουμε τον πληθωρισμό. Το πραγματικό βιοτικό επίπεδο βρίσκεται κοντά στον πάτο της ΕΕ, και μάλιστα σε μια ΕΕ που οι περισσότεροι σχολιαστές θεωρούν ότι έχει χαμηλές επιδόσεις.
Στο επίπεδο της πολιτικής, βλέπουμε μια παρόμοια άνοδο της ακροδεξιάς και έντονες ανακατατάξεις. Για παράδειγμα, στις τελευταίες εθνικές εκλογές, τα κόμματα δεξιότερα της ΝΔ συγκέντρωσαν σχεδόν το 13% των ψήφων και για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1970, το δεξιό πολιτικό ημισφαίριο κέρδισε περισσότερες ψήφους από εκείνο της Αριστεράς. Η ΝΔ κέρδισε εκλογικές περιφέρειες, όπως η Νέα Ιωνία, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’70, καθώς τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ κατέρρευσαν, ενώ το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται στις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές. Η ακροδεξιά έχει κάνει σημαντικές διεισδύσεις στην παραδοσιακή κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης Αριστεράς. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε την απώλεια σχεδόν 1,1 εκατομμυρίου ψηφοφόρων από τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 προς την αποχή. Η εκτεταμένη έλλειψη εμπιστοσύνης στα πολιτικά κόμματα, τους κρατικούς θεσμούς και τη δικαιοσύνη θα πρέπει να θεωρηθεί ως η άλλη όψη του νομίσματος αυτού του φαινομένου. Εν ολίγοις, το σύστημα δεν λειτουργεί για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Τι συμβαίνει με τη σχετική επιτυχία της ΝΔ από το 2019; Μας βοηθά η έννοια του πολιτικού καπιταλισμού να κατανοήσουμε αυτήν και τις ευρύτερες πολιτικές τάσεις; Η ΝΔ από το 2019 είχε στη διάθεσή της μεγάλο αριθμό πόρων για να αναδιανείμει στην κοινωνική της βάση, με σημαντικότερο το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ και τα διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία[1]. Σε αυτά προσθέτουμε τον υψηλό αριθμό απευθείας αναθέσεων στις δημόσιες συμβάσεις. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση κατάφερε να προστατεύσει τμήματα της κοινωνίας από τις επιπτώσεις του Covid και του πληθωρισμού μέσω πολλών έκτακτων επιδομάτων και άλλων εργαλείων. Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να οικοδομήσει τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους, αλλά η εκλογική επίδραση αυτών των μέτρων δεν πρέπει να υποτιμάται, ειδικά σε περιόδους αβεβαιότητας όπου πολλοί ψηφοφόροι προτιμούν τη σταθερότητα και αισθάνονται ότι οι εναλλακτικές της Αριστεράς αποτελούν ρίσκο.
Όμως, εξίσου σημαντικές με τις πράξεις, είναι και οι παραλείψεις. Για παράδειγμα, όσον αφορά την στεγαστική κρίση, ο Πρωθυπουργός εξήγησε στη Θεσσαλονίκη τον περασμένο Σεπτέμβριο ότι, αν και πολλοί υποφέρουν από την αύξηση των ενοικίων, πολλοί είδαν σημαντική αύξηση στα εισοδήματά τους ως αποτέλεσμα αυτού. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων αποτελούν πλέον ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής βάσης της ΝΔ. Το να μην λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι εισοδηματικές ανισότητες ή να μην φορολογείται ο πλούτος έχει το ίδιο αποτέλεσμα.
Εν ολίγοις, ο πολιτικός καπιταλισμός αλά ελληνικά αποτελεί σημαντικό μέρος της ιστορίας. Τι γίνεται με το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά; Η υποστήριξή τους σε ένα πιο ενεργό κράτος και μεγαλύτερες δαπάνες για την παιδεία και την υγεία μοιάζει με την προσέγγιση του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ, η οποία απευθύνεται σε πιο μορφωμένους εργαζόμενους και σε όσους απασχολούνται στο δημόσιο τομέα. Τι γίνεται όμως με τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα; Εδώ τα πράγματα είναι πιο προβληματικά.
Σίγουρα όλα τα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς δεσμεύονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να ανατρέψουν τους εργατικούς νόμους της ΝΔ που έχουν μειώσει σημαντικά τη δύναμη των συνδικάτων να πιέζουν για υψηλότερους μισθούς. Αλλά αυτό, από μόνο του, είναι απίθανο να επιφέρει σημαντική διαφορά στους μισθούς και το βιοτικό επίπεδο. Έτσι, το αφήγημά τους βασίζεται σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που θα διασφαλίσει ότι υπάρχει αρκετή ανάπτυξη για πολιτικές αναδιανομής. Και είναι εδώ που τα επιχειρήματα των Riley και Brenner θέτουν μια σοβαρή πρόκληση σε κάθε στρατηγική που βασίζεται στην υπόθεση ότι η ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει τη λύση.
Το επιχείρημα δεν είναι μόνο ότι οι οικονομίες της Δύσης φαίνονται παγιδευμένες σε μια ισορροπία χαμηλής ανάπτυξης. Είναι το παλιό δίλημμα που αντιμετωπίζει η Αριστερά: ότι η ανάπτυξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάθεση του κεφαλαίου να επενδύσει. Και αυτή η διάθεση μάλλον απίθανο να αυξηθεί όταν το κεφάλαιο έχει μπροστά του μια εναλλακτική διακυβέρνηση δεσμευμένη στην αναδιανομή, πόσο μάλλον μια κυβέρνηση που αμφισβητεί την ισχύ του κεφαλαίου σε ένα ευρύτερο μέτωπο.
Μπορεί μια εναλλακτική κυβέρνηση να επιβάλει μια νέα συμφωνία σε μια χώρα όπως η Ελλάδα; Το ΠΑΣΟΚ και όλα τα κόμματα στα αριστερά του ισχυρίζονται ότι θα αμφισβητήσουν τα κατεστημένα συμφέροντα. Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι ελάχιστα πιστευτός, όπως αποδεικνύει η στάση του στους εξοπλισμούς και την ενέργεια. Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα συστημικό κόμμα και αν κέρδιζε εκλογές και σχημάτιζε κυβέρνηση, θα επέστρεφε γρήγορα σε μια μορφή πολιτικού καπιταλισμού – προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει την κρατική εξουσία για να αναδιανείμει τους υπάρχοντες πόρους προς την κοινωνική του βάση. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό για τον ΣΥΡΙΖΑ και πιθανώς για το νέο κόμμα του Τσίπρα. Και οι τρεις φαίνονται ανίκανοι να ασχοληθούν σοβαρά με το ζήτημα της φορολογίας, γεγονός που αποτελεί άλλη μια πηγή έλλειψης αξιοπιστίας.
Η Νέα Αριστερά είναι πιο αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η αντίθεσή της στην κούρσα των εξοπλισμών, η σθεναρή στάση της για τη γενοκτονία των Παλαιστινίων και ενάντια στον πόλεμο στο Ιράν, η αντίθεσή της στο αφήγημα των εξορύξεων παντού (drill baby, drill) και η προθυμία της να λάβει σοβαρά υπόψη το φορολογικό ζήτημα, υποδηλώνουν ότι είναι φτιαγμένη από πιο σκληρό υλικό. Αλλά και αυτή θα αντιμετωπίσει το δίλημμα που αναλύουμε εδώ. Απαιτείται ένα αναπτυξιακό κράτος, αλλά η πίστη ότι ένα τέτοιο κράτος θα φέρει ταχεία ανάπτυξη δεν διαφέρει πολύ από την προσέγγιση άλλων κομμάτων της Αριστεράς.
Κλείνοντας, όπως έχουν τα πράγματα, οποιαδήποτε νέα εναλλακτική κυβέρνηση είναι πιθανό να παρασυρθεί στη λογική του πολιτικού καπιταλισμού. Και το χειρότερο είναι ότι η λογική του πολιτικού καπιταλισμού φαίνεται να ευνοεί τα κόμματα της Δεξιάς περισσότερο από τα κόμματα της Αριστεράς ή της κεντροαριστεράς. Η μετατόπιση της ισχύος προς το κεφάλαιο και τις ελίτ σημαίνει ότι μπορούν να αντιταχθούν αποτελεσματικά ακόμη και σε μικρές μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού.
Υπάρχει διέξοδος από αυτόν τον «ζουρλομανδύα»; Εάν υπάρχει, είναι πιθανό να βρίσκεται σε πιο ριζοσπαστικές, και επομένως πιο ριψοκίνδυνες, λύσεις. Σε ένα νέο κοινωνικό μπλοκ που έχει κίνητρο να ενώσει την ταξική και την πράσινη ατζέντα και θα έχει την ικανότητα να αρχίσει να εφαρμόζει μια νέα πολιτική οικονομία. Μια οικονομική πολιτική στην οποία διάφορα κοινωνικά κινήματα –εργατικά, πράσινα, υπέρ των κοινών (commons) κ.λπ.– θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν είναι συνέπεια παρόμοιων αιτιών (χρηματοπιστωτικοποίηση, απορρύθμιση, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.) και επομένως υπάρχουν κοινές απαντήσεις. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει ανάγκη να αντιμετωπιστεί η απογοήτευση των ανθρώπων και η αίσθηση ότι η δύναμη του χρηματοπιστωτικού τομέα, των πολυεθνικών, της Big Tech και του υπάρχοντος μπλοκ εξουσίας είναι απλώς πολύ ισχυρή για να αναμετρηθεί κανείς μαζί της.
Αυτό θα φανεί σε πολλούς ως μια μη ρεαλιστική προοπτική. Αλλά ποια είναι η απόδειξη ότι μια πιο μετριοπαθής στρατηγική βασισμένη στην ανάπτυξη κερδίζει έδαφος; Τουλάχιστον, η ευρύτερη Αριστερά πρέπει να συζητήσει τι βρίσκεται πέρα από τον καπιταλισμό και πώς μπορεί να επιτευχθεί.
[1] Ένα τυχαίο παράδειγμα: ακόμη και τα προγράμματα προληπτικών διαγνωστικών εξετάσεων (π.χ. καρκίνος του παχέος εντέρου, γυναικολογικές εξετάσεις, λιπιδαιμικό προφίλ, καρδιάς, κλπ.), που έχουν θετικές επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού οδηγώντας ανθρώπους να κάνουν εξετάσεις που αλλιώς δεν θα έκαναν, στην πραγματικότητα αποτελούν μηχανισμό μεταφοράς πόρων του ΤΑΑ στο κοινωνικό μπλοκ που στηρίζει την ΝΔ. Πως γίνεται αυτό; Δεδομένης της τεράστιας ζήτησης, σε μικρό χρονικό διάστημα, που δημιουργούν για εξετάσεις, και των περιορισμών διενέργειας αυτών των εξετάσεων από δημόσιες δομές αυτές γίνονται από ιδιωτικές κλινικές και διαγνωστικά κέντρα.
Δημοσιεύθηκε στις 30/4/2026 στο K-Report
