Η Νέα Αριστερά αντιμετωπίζει μια σημαντική αντίφαση την οποία αποφεύγουν για διαφορετικούς λόγους άλλα κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ ή η ΕΛΑΣ, καθώς και το ΚΚΕ και ίσως το ΜέΡΑ25. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά της Νέας Αριστεράς οφείλονται αποκλειστικά σε αυτή την αντίφαση, αλλά σίγουρα παίζει το ρόλο της. Επιπλέον, είναι μια αντίφαση που πρέπει να αντιμετωπιστεί σε οποιαδήποτε στρατηγική αναβίωσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Η αντίφαση μεταξύ του βραχυπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου
Ο Γκέοργκ Λούκατς είχε παρουσιάσει μια πτυχή αυτής της αντίφασης. Υποστήριξε ότι η μετάβαση στο σοσιαλισμό είναι μια πολύ πιο περίπλοκη διαδικασία από ό,τι η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Οι έμποροι, οι τεχνίτες ή οι μικροβιομήχανοι εντός της φεουδαρχίας, ενώ επιδίωκαν το προσωπικό τους συμφέρον, συνέβαλαν ταυτόχρονα στη διάλυση των φεουδαρχικών δεσμών. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε αντίφαση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων τους. Ωστόσο, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά εντός του καπιταλισμού. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι που καταφέρνουν να κερδίσουν καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας στην εταιρεία τους μπορεί να καταλήξουν να θεωρούν ότι τα συμφέροντά τους είναι συνδεδεμένα με την πορεία της εταιρείας, ή ακόμα και με την ευημερία μιας οικονομίας που βασίζεται στις ιδιωτικές επενδύσεις για να αναπτυχθεί.
Σε αυτή τη συγκυρία η αντίφαση γίνεται πιο οξεία. Υπό τον νεοφιλελευθερισμό, τα επίπεδα των μισθών και οι συνθήκες εργασίας έχουν πληγεί σοβαρά από την επίθεση στα συνδικαλιστικά δικαιώματα και τις επιπτώσεις των ιδιωτικοποιήσεων, της απορρύθμισης και της χρηματοπιστωτικοποίησης. Έτσι, το κεφάλαιο δεν νοιάζεται μόνο για το πως να συμπιέσει τους μισθούς, αλλά και για το πως να αλλάξει το ίδιο το πεδίο πάνω στο οποίο διεξάγεται η ταξική πάλη – θεσμικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στο να περιορίσουν τη δύναμη των εργαζομένων (και άλλων κοινωνικών κινημάτων) να ανασυνταχθούν και να αγωνιστούν για έναν νέο γύρο αυξήσεων στους μισθούς και καλύτερων συνθηκών εργασίας. Αυτό υποδηλώνει ότι υπό τον καπιταλισμό, τα προσωρινά κέρδη μπορούν εύκολα να ανατραπούν σε μια μελλοντική περίοδο.
Μια χρυσή τομή;
Επιστροφή στη Νέα Αριστερά. Το πρόγραμμά της επιδιώκει να απαντήσει στα άμεσα προβλήματα των απλών ανθρώπων: αύξηση των μισθών, αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών του πληθωρισμού και των επιπτώσεών του στο βιοτικό επίπεδο, αύξηση του επιπέδου των δημόσιων δαπανών για την υγεία και την παιδεία στα ευρωπαϊκά επίπεδα, δημιουργία ενός προγράμματος για κοινωνική κατοικία και ούτω καθεξής. Ταυτόχρονα, η ανάλυσή της υποδηλώνει ότι υπάρχει ανάγκη για μια στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού, ότι η σωτηρία του πλανήτη από την κλιματική αλλαγή είναι ασύμβατη με την αέναη ώθηση του κεφαλαίου για συσσώρευση, ότι η επένδυση στην οικονομία της φροντίδας θα απαιτούσε τουλάχιστον μια εκτεταμένη φορολόγηση των πλουσίων, ότι η προστασία του περιβάλλοντος και η επέκταση του δημόσιου χώρου για πάρκα, δημόσια διαβούλευση και κατανάλωση συλλογικών αγαθών προσκρούει στο εμπόδιο που θέτουν τα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων και των κατασκευών, όπως και του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η αντίφαση έγκειται ακριβώς στην αναγκαία πράξη εξισορρόπησης μεταξύ της ανακούφισης της παρούσας δυσχέρειας και της ανάγκης για κοινωνικό μετασχηματισμό.
ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ
Τώρα, ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΕΛΑΣ αντιμετωπίζουν αυτή την αντίφαση με τον ίδιο τρόπο. Και οι δύο αναφέρονται κατά καιρούς στις ιδέες του σοσιαλισμού και στην ανάγκη για μια ριζικά διαφορετική κοινωνία, αλλά κανείς δεν το παίρνει αυτό ιδιαίτερα στα σοβαρά – λιγότερο από όλους οι ίδιοι! Και οι δύο επικαλούνται ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο, αλλά η ουσία του, πόσο μάλλον η πολιτική της μετάβασης σε ένα τέτοιο μοντέλο, αφήνονται (σκόπιμα;) ασαφή. Αλλά αυτή η εστίαση στην άμεση ανακούφιση έχει το δικό της πρόβλημα. Οι άνθρωποι είναι σκεπτικοί για το αν είναι δυνατή μια σημαντική βελτίωση στις παρούσες συνθήκες ή υποψιάζονται ότι τυχόν κατακτήσεις είναι άμεσα αναστρέψιμες.
ΚΚΕ και ΜέΡΑ25
Το ΚΚΕ βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά αυτής της αντίφασης. Εκφράζει σκεπτικισμό ως προς τη δυνατότητα οποιασδήποτε μόνιμης βελτίωσης υπό τον καπιταλισμό. Αλλά δεν έχει μια αξιόπιστη στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού, ούτε καν με σχηματικό τρόπο. Το ΜέΡΑ25 ανήκει σε μια ελαφρώς διαφορετική κατηγορία. Η ταυτότητά του έχει χτιστεί σε μεγάλο βαθμό γύρω από αυτό που θεωρεί ως τη μεγάλη προδοσία του καλοκαιριού του 2015. Η υπόνοια είναι ότι μια πιο τολμηρή διαπραγμάτευση όχι μόνο θα είχε αποφύγει μια οικονομική καταστροφή σε μια οικονομία που είχε ήδη χάσει το 25% του ΑΕΠ της, αλλά θα είχε οδηγήσει και σε έναν διαφορετικό και πιο ριζοσπαστικό δρόμο – η ιδέα μάλλον είναι πως ο συσχετισμός δυνάμεων ευνοούσε και τα δύο.
Η Νέα Αριστερά αντιμετωπίζει την αντίφαση στην πιο καθαρή της μορφή. Αναγνωρίζει ότι οποιαδήποτε στρατηγική πρέπει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα των απλών ανθρώπων αλλά επίσης ότι μια στρατηγική που περιορίζεται σε αυτό είναι μάλλον απίθανο να έχει μεγάλη διάρκεια ζωής. Οι αποτυχίες του Μπάιντεν, του Σολτς και του Στάρμερ αποτελούν απόδειξη αυτού, αν χρειάζονται αποδείξεις. Το πρόβλημα φαίνεται να είναι ότι ο κόσμος δεν είναι πιο ανοιχτός σε μια στρατηγική ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Οι άνθρωποι είναι εξίσου σκεπτικοί απέναντι σε κάτι τέτοιο, όσο και απέναντι στην προοπτική σταδιακών μεταρρυθμίσεων. Η θεωρητική κληρονομιά της Νέας Αριστεράς ενσωματώνει τόσο γκραμσιανές αναφορές όσο και στοιχεία των αναλύσεων του Πουλαντζά: την ανάγκη να δοθεί η ιδεολογική και πολιτισμική μάχη των ιδεών μέσα στην κοινωνία των πολιτών, και την παρουσίαση μιας κυβερνητικής στρατηγικής που θα μπορεί πειστικά να ισχυριστεί ότι, ταυτόχρονα, αντιμετωπίζει τις πιεστικές ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας και ξεκινά μια διαδικασία μερικών ρήξεων εντός του κράτους, οι οποίες θα διευρύνουν τις προοπτικές για μελλοντικές κατακτήσεις για αυτή την πλειοψηφία.
Προς ένα νέο αφήγημα
Αυτή τη στιγμή η Νέα Αριστερά πασχίζει να περάσει το μήνυμά της. Όσον αφορά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, λέει παρόμοια πράγματα με τα άλλα κόμματα, με μια ριζοσπαστική διαφοροποίηση σε ορισμένους τομείς – εξοπλιστικές δαπάνες, φορολογία και περιβάλλον. Όσον αφορά τη βιωσιμότητα όλου αυτού του εγχειρήματος, προτείνει ότι υπάρχει ανάγκη για πιο δομικές παρεμβάσεις που θα σπάσουν τα δεσμά των κατεστημένων συμφερόντων. Το τελευταίο εξαρτάται από ένα μεγάλο κοινωνικό κίνημα που θα αρχίσει να πιστεύει σε μια ριζική αλλαγή κατεύθυνσης και, ως εκ τούτου, θα είναι πρόθυμο να αγωνιστεί γι’ αυτήν. Η ευκαιρία υπάρχει επειδή η νεοφιλελεύθερη συναίνεση καταρρέει από το 2008 – οι δασμοί, η βιομηχανική πολιτική, ακόμη και η εκτύπωση χρήματος (αυτό σήμαινε η ποσοτική χαλάρωση, παρά την άρνηση των κυβερνήσεων) που σιγά σιγά επανέρχονται στο προσκήνιο δεν είναι πολιτικές που προέρχονται από την εργαλειοθήκη του νεοφιλελευθερισμού. Η μετατόπιση προς τα δεξιά είναι αναμφισβήτητη, αλλά το ίδιο ισχύει και για την αδυναμία της νέας δεξιάς να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της ανισότητας και της κλιματικής απειλής. Από την άλλη πλευρά, έχουμε διάσπαρτα κινήματα που αγωνίζονται για τη στέγαση, το περιβάλλον, τα δημόσια αγαθά και ούτω καθεξής, τα οποία δεν φαίνεται να βλέπουν τι είναι αυτό που τα ενώνει. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν απορρέουν από κοινές αιτίες – την ιδιωτικοποίηση, την απορρύθμιση και τη χρηματοπιστωτικοποίηση.
Πρέπει να υπάρξει ένα κόμμα που θα προσπαθήσει να φέρει στο προσκήνιο ένα νέο αφήγημα, το οποίο θα ενώνει τα βραχυπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Χωρίς ένα τέτοιο αφήγημα, η οικονομική στασιμότητα και η πολιτική αστάθεια θα συνεχιστούν αμείωτες. Ή ακόμα χειρότερα, οι κοινωνίες θα διολισθήσουν προς μια πιο αυταρχική και εθνικιστική μορφή καπιταλισμού, με το ενδεχόμενο ατέρμονων πολέμων να είναι κάθε άλλο παρά απίθανο.
Δημοσιεύτηκε 7/6/2026 στην εφημερίδα “Η Εποχή”